Με αφορμή την εορτή ενός μεγάλου Αναργύρου ιατρού, του αγίου Θαλλελαίου θα θέλαμε να καταγράψουμε κάποιες σκέψεις που βασίζονται σε μελέτες οι οποίες αποδεικνύουν την άρρηκτη σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και της Ιατρικής.
Υπάρχει η εντύπωση ότι Εκκλησία και Ιατρική κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα. Η εντύπωση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή πίστη και Ιατρική γεννήθηκαν στον κόσμο με σκοπό να εξουδετερώσουν τον φόβο του ανθρώπου για τον θάνατο.
Η Ιατρική από πολύ νωρίς μπαίνει στα ιερά και στους βωμούς των ναών και οι Ιατροί θεωρούνται μάγοι, στον ειδωλολατρικό κόσμο. Στην εποχή του Ιπποκράτη, το Ιερατείο αναπτύσσει ιατρικές δραστηριότητες.
Μετά την έλευση του Χριστού και την διδασκαλία Του για την αξία του ανθρώπου ο οποίος αποτελείται από ψυχή και σώμα, η ιατρική επιστήμη εξυψώνεται από την Εκκλησία και προβάλλεται η δημιουργία φιλανθρωπικών κέντρων αλλά και της ιατρικής εκπαίδευσης.
Η Εκκλησία μέσω των αποφάσεων των Συνόδων, Οικουμενικών και τοπικών, των μεγάλων Πατέρων των πρώτων χριστιανικών χρόνων αλλά και της λατρείας βοήθησε ουσιαστικά στην ανοικοδόμηση και δημιουργία των πρώτων φιλανθρωπικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Η ευρυμάθεια όμως των πατέρων της Εκκλησίας, τους οδήγησε προς την μελέτη και την συγγραφή πολλών ιατρικών σημαντικών πονημάτων, τα οποία βοήθησαν στην αποδοχή της ιατρικής ως επιστήμης στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Παράδειγμα αυτών είναι ο Νεμέσιος, επίσκοπος της Εφέσου, ο Μοναχός Μελέτιος1 και ο Γρηγόριος Νύσσης. Ο Νύσσης έκανε σημαντικές αναφορές στα έργα του, σε πολλούς τομείς της ιατρικής που ήταν γνωστοί στην εποχή του: κλινική ιατρική, θεραπείες, παθολογία, θεραπευτικές μέθοδοι, συμπεριλαμβάνοντας τη χρήση ποικίλων και ακαθόριστων σε αριθμό φαρμάκων και αγωγών καθώς και χειρουργεία. Περίγραψε τον θεραπευτή ως αυτό που παρακολουθεί τους αρρώστους τόσο σε σώμα όσο και σε ψυχή, δηλαδή το σύνολο του ανθρώπου, ενώ θεώρησε ότι οι δαιμονικές πηγές της ασθένειας μπορούσαν να διαγνωστούν μόνο σε ασυνήθιστες καταστάσεις2.
Οι θεολόγοι λοιπόν της Ανατολής είχαν αρχίσει από τον 4ο αιώνα να καλλιεργούν την ένωση του Χριστιανισμού και της Ιατρικής Επιστήμης. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος πίστευε και κήρυττε πως κάθε μέλος της κοινότητας είχε από τον Θεό ένα συγκεκριμένο χάρισμα – ικανότητα, το οποίο όφειλε να χρησιμοποιεί για την ευημερία των συμπολιτών του. Έτσι οι ιατροί είχαν ένα ξεχωριστό ρόλο. Επειδή ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα να σώζουν τους άλλους από τον θάνατο και να θεραπεύουν τον πόνο, είχαν βαριά ευθύνη να το μοιράζονται με όλους τους άλλους3.
Τέτοιες απόψεις και πληθώρα στοιχείων από τις επιστολές του δείχνουν πόσο σοβαρά εκτιμούσε την ιατρική επιστήμη ο Χρυσόστομος. Όταν εξορίσθηκε από την Κωνσταντινούπολη στερήθηκε με πόνο τους ιατρούς του, και ανακουφίσθηκε, όταν έφθασε στην Καισαρεία η οποία είχε γιατρούς4.
Οι Χριστιανοί πατέρες συγγραφείς, αν και θεωρούσαν την ιατρική δώρο του Θεού και καθιέρωσαν την άσκησή τους, συνέχισαν να εκφράζουν και κάποιες επιφυλάξεις. Ο Βασίλειος ο Μέγας πίστευε πως σε ορισμένες περιπτώσεις ο Χριστιανός έπρεπε να υπομένει τον σωματικό πόνο χωρίς την ιατρική βοήθεια5. Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις όμως, οι πατέρες κυρίως του Δ’ αιώνος, προέβαλλαν την ιατρική επιστήμη ως την αγάπη στην πράξη, την ουσιαστική φιλανθρωπία. Έτσι η ιατρική και η εφαρμογή της έφθασαν να συμβολίζουν την ουσιαστικότερη αρετή για τους Έλληνες Χριστιανούς6. Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος Νύσσης έλεγε πως το επάγγελμα του ιατρού είναι ανώτερου όλων των άλλων. Όμως και μετά τον 4ο αιώνα όλοι οι βυζαντινοί, συνέδεσαν την ιατρική με την φιλανθρωπία. Ο ιερέας Γεώργιος Τορνίκης τον 12ο αιώνα περιέγραψε τα χέρια των ιατρών, ακόμα και τα εργαλεία τους, ως φιλανθρωπία7. Στο εγκώμιό του για την Άννα την Κομνηνή εξυμνεί την σπουδή στην ιατρική ως σοφία και φιλανθρωπία8. Ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος Κωνιάτης τον 13ο αιώνα θεωρούσε την τέχνη των γιατρών ως το υψηλότεροι σημείο φιλανθρωπίας9.
Άρθρο του Αρχιμ. Ειρηναίου Λαφτσή, Πρωτοσυγκέλλου της Ι.Μ. Αλεξ/πόλεως
panagiamegalohari.gr
Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: https://www.facebook.com/perivolipanagias.blogspot.gr
Υπάρχει η εντύπωση ότι Εκκλησία και Ιατρική κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα. Η εντύπωση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή πίστη και Ιατρική γεννήθηκαν στον κόσμο με σκοπό να εξουδετερώσουν τον φόβο του ανθρώπου για τον θάνατο.
Η Ιατρική από πολύ νωρίς μπαίνει στα ιερά και στους βωμούς των ναών και οι Ιατροί θεωρούνται μάγοι, στον ειδωλολατρικό κόσμο. Στην εποχή του Ιπποκράτη, το Ιερατείο αναπτύσσει ιατρικές δραστηριότητες.
Μετά την έλευση του Χριστού και την διδασκαλία Του για την αξία του ανθρώπου ο οποίος αποτελείται από ψυχή και σώμα, η ιατρική επιστήμη εξυψώνεται από την Εκκλησία και προβάλλεται η δημιουργία φιλανθρωπικών κέντρων αλλά και της ιατρικής εκπαίδευσης.
Η Εκκλησία μέσω των αποφάσεων των Συνόδων, Οικουμενικών και τοπικών, των μεγάλων Πατέρων των πρώτων χριστιανικών χρόνων αλλά και της λατρείας βοήθησε ουσιαστικά στην ανοικοδόμηση και δημιουργία των πρώτων φιλανθρωπικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Η ευρυμάθεια όμως των πατέρων της Εκκλησίας, τους οδήγησε προς την μελέτη και την συγγραφή πολλών ιατρικών σημαντικών πονημάτων, τα οποία βοήθησαν στην αποδοχή της ιατρικής ως επιστήμης στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Παράδειγμα αυτών είναι ο Νεμέσιος, επίσκοπος της Εφέσου, ο Μοναχός Μελέτιος1 και ο Γρηγόριος Νύσσης. Ο Νύσσης έκανε σημαντικές αναφορές στα έργα του, σε πολλούς τομείς της ιατρικής που ήταν γνωστοί στην εποχή του: κλινική ιατρική, θεραπείες, παθολογία, θεραπευτικές μέθοδοι, συμπεριλαμβάνοντας τη χρήση ποικίλων και ακαθόριστων σε αριθμό φαρμάκων και αγωγών καθώς και χειρουργεία. Περίγραψε τον θεραπευτή ως αυτό που παρακολουθεί τους αρρώστους τόσο σε σώμα όσο και σε ψυχή, δηλαδή το σύνολο του ανθρώπου, ενώ θεώρησε ότι οι δαιμονικές πηγές της ασθένειας μπορούσαν να διαγνωστούν μόνο σε ασυνήθιστες καταστάσεις2.
Οι θεολόγοι λοιπόν της Ανατολής είχαν αρχίσει από τον 4ο αιώνα να καλλιεργούν την ένωση του Χριστιανισμού και της Ιατρικής Επιστήμης. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος πίστευε και κήρυττε πως κάθε μέλος της κοινότητας είχε από τον Θεό ένα συγκεκριμένο χάρισμα – ικανότητα, το οποίο όφειλε να χρησιμοποιεί για την ευημερία των συμπολιτών του. Έτσι οι ιατροί είχαν ένα ξεχωριστό ρόλο. Επειδή ο Θεός τους έδωσε το χάρισμα να σώζουν τους άλλους από τον θάνατο και να θεραπεύουν τον πόνο, είχαν βαριά ευθύνη να το μοιράζονται με όλους τους άλλους3.
Τέτοιες απόψεις και πληθώρα στοιχείων από τις επιστολές του δείχνουν πόσο σοβαρά εκτιμούσε την ιατρική επιστήμη ο Χρυσόστομος. Όταν εξορίσθηκε από την Κωνσταντινούπολη στερήθηκε με πόνο τους ιατρούς του, και ανακουφίσθηκε, όταν έφθασε στην Καισαρεία η οποία είχε γιατρούς4.
Οι Χριστιανοί πατέρες συγγραφείς, αν και θεωρούσαν την ιατρική δώρο του Θεού και καθιέρωσαν την άσκησή τους, συνέχισαν να εκφράζουν και κάποιες επιφυλάξεις. Ο Βασίλειος ο Μέγας πίστευε πως σε ορισμένες περιπτώσεις ο Χριστιανός έπρεπε να υπομένει τον σωματικό πόνο χωρίς την ιατρική βοήθεια5. Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις όμως, οι πατέρες κυρίως του Δ’ αιώνος, προέβαλλαν την ιατρική επιστήμη ως την αγάπη στην πράξη, την ουσιαστική φιλανθρωπία. Έτσι η ιατρική και η εφαρμογή της έφθασαν να συμβολίζουν την ουσιαστικότερη αρετή για τους Έλληνες Χριστιανούς6. Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος Νύσσης έλεγε πως το επάγγελμα του ιατρού είναι ανώτερου όλων των άλλων. Όμως και μετά τον 4ο αιώνα όλοι οι βυζαντινοί, συνέδεσαν την ιατρική με την φιλανθρωπία. Ο ιερέας Γεώργιος Τορνίκης τον 12ο αιώνα περιέγραψε τα χέρια των ιατρών, ακόμα και τα εργαλεία τους, ως φιλανθρωπία7. Στο εγκώμιό του για την Άννα την Κομνηνή εξυμνεί την σπουδή στην ιατρική ως σοφία και φιλανθρωπία8. Ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος Κωνιάτης τον 13ο αιώνα θεωρούσε την τέχνη των γιατρών ως το υψηλότεροι σημείο φιλανθρωπίας9.
Άρθρο του Αρχιμ. Ειρηναίου Λαφτσή, Πρωτοσυγκέλλου της Ι.Μ. Αλεξ/πόλεως
panagiamegalohari.gr
Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: https://www.facebook.com/perivolipanagias.blogspot.gr
