Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Μου είπε η Παναγία πως ο Τρίτος πόλεμος θα γίνει…

— Να είστουνε (είστε) καλά. Χαράν να έσετε (έχετε)!

-Να μετανοάτε, παιδία μου… Να ευτάτε προσευχήν… Νύχταν και ημέραν… οπού περπατείτε, οπού ευρίουστουν (ευρίσκεστε), οπού στέκουστουν, πάντα να λέτε «Χριστέ μ’, να ελεήσ’ με! Με γλυκόν γλώσσαν να μιλάτε με τον Θεόν, να φτάτε προσευχήν».

— «Μου είπε η Παναγία πώς εκείνα πού είναι στα Ιερά Βιβλία των εκλεκτών του Υιού μου, έρχονται όλα με τη σειρά να γίνουν. Τρίτος πόλεμος θα γίνη… Θα καταστραφούν τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας… Θα σωθή μόνο το ένα τέταρτο…

Συμβούλευε: «Να έχουμε Αγάπη, ταπείνωση και υπομονή στους πειρασμούς. -Υπερηφάνεια άσκεμον πράγμα… ρούζ την ψην σην κόλασιν….

Της είπε η Παναγία: — Να μιλάς… Να λες για τα κοντά φουστάνια… Να λες για την αποστασία… Να κηρύττεις μετάνοια!… Να μην φορούν άσεμνα φορέματα στην Εκκλησία… Να χουν ταπεινό ντύσιμο.

-Νάστε προσεκτικές… Όχι κοντά μανίκια, όχι κοντά μαλλιά. Η Παναγία χωλιάσκεται (θυμώνει)…

-Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον κόσμο σου και ύστερα εμάς!… Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας…

«Η Ελλάδα, αν κρατήση την πίστι, θα σωθή από το κακό πού πρόκειται νάρθή. Αν όμως δεν κρατήσει την πίστη, θα καταστραφεί… Θα πέσουν όλοι οι δαίμονες επάνω της… Θα ’ρθή το κακό και θα χωρίση το στάρι απ’ την ήρα, τα πρόβατα απ’ τα ερίφια….

Αν ο κόσμος μετανοήση, θα πάρουμε την Πόλη με Αγάπη… Αν δεν μετανοήση, θα την πάρουμε με αίμα… Νάχετε φόβον Θεού… Νάχετε Αγάπη… Νάχετε ευσπλαχνία.

Με βλέπεις εδώ πού είμαι τόσα χρόνια; Εδώ με παλεύουν τρία δαιμόνια… Το ένα της απιστίας… Το άλλο δαιμόνιο είναι της ακηδίας… Το τρίτο δεν το ενθυμούμαι, ίσως της άνθρωπαρεσκείας….

Έλεγε η Ασκήτρια της Κλεισούρας: Η ψή ’μ (ψυχή μου) καίεται για τον Χριστό!….

Δεν μου αποκαλύπτει ο Θεός αμαρτήματα… Μόνο στο πρόσωπο του ανθρώπου βλέπω, ή φως, ή σκότος. Και δυστυχώς οι περισσότεροι είναι σκοτία…. Είδες;… Άκουσες;… Κλειδί στο στόμα!.. Νάχετε φόβον Θεού… Νάχετε Αγάπη… Νάχετε ευσπλαχνία. Με βλέπεις εδώ πού είμαι τόσα χρόνια; Εδώ με παλεύουν τρία δαιμόνια… Το ένα της απιστίας… Το άλλο δαιμόνιο είναι της ακηδίας… Το τρίτο δεν το ενθυμούμαι, ίσως της άνθρωπαρεσκείας….

Έλεγε η Ασκήτρια της Κλεισούρας: Η ψή ’μ (ψυχή μου) καίεται για τον Χριστό!….

Δεν μου αποκαλύπτει ο Θεός αμαρτήματα… Μόνο στο πρόσωπο του ανθρώπου βλέπω, ή φως, ή σκότος. Και δυστυχώς οι περισσότεροι είναι σκοτία….

Είδες;… Άκουσες;… Κλειδί στο στόμα!..

Λόγια ὅπως τά μνημονεύουν οἱ μαθητές…

Ὅταν συγγενεῖς ἤ φίλοι, παρακαλοῦσαν τήν μακαρία Σοφία νά μετακινηθεῖἀπό τό μοναστήρι, ἔλεγε μέ ἀφοπλιστική ἁπλότητα: «νά ρωτήσω τόν Κύριον καί τήν Κυρίαν», ἐννοώντας τόν Χριστό καί τήν Παναγία Μητέρα του. «Ἐγώ τηρῶ αὐτά ποῦ μέ λέει ἡ Παναγία».

Σέ καμία ἄλλη περίπτωση δέν χρησιμοποιοῦσε αὐτές τίς λέξεις, ὅλους τους προσφωνοῦσε ὡς: ἀδελφέ, ἀδελφή. Ἔλεγε μάλιστα «ἕνας εἶναι ὁ Κύριος καί μία ἡ Κυρία, ὅλοι ἐμεῖς οἱἄλλοι εἴμαστε ἀδελφοί». Ἐφάρμοζε στήν ζωή τῆς τήν προφητική παραγγελία τοῦ Θεοῦ: «Ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἄλλ” ἡἐπί τόν ταπεινόν καί ἠσύχιον καί τρέμοντα τούς λόγους μου» (Ἤσ. 66, 2).

Στίς μαννάδες, μέ πολύ πόνο, ἔλεγε: «Συμβουλέψτε τά κορίτσια σας νά φυλάξουν τήν τιμή τους, μέχρι τόν γάμο τους, νά βαδίσουν τόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ. Τά ἀγόρια νά μένουν καθαρά μέχρι τόν γάμο. Ὅταν ὁ παπάς ἀνοίγει τό Εὐαγγέλιο στόν γάμο, στέλνει ὁ Χριστός τόν ἄγγελο καί στεφανώνει τήν παρθενία.» Ἄλλες φορές ἔκλαιε μέ λυγμούς καί ἔλεγε: «Ἀλοίμονο, ἀλοίμονο, γιατί δέν θά ὑπάρχει, στά χρόνια ποῦ ἔρχονται, παρθενία.

«Κι θά πομέν ἅπαν σήν γῆν παρθενία. Καί παρακαλεῖ ἡ Παναϊα τόν Υἱόν. Τ” ἀγουρόπο κι μετανοοῦν (= Δέν θά ἀπομείνει ἐπάνω στήν γῆ ἡ ἀρετή τῆς παρθενίας. Γι” αὐτό καί παρακαλεῖ ἡ Παναγία τόν Υἱό της. Ἄλλα τά ἀγόρια δέν μετανοοῦν)… Ἐλᾶτε ὅλοι, μικροί μεγάλοι, ἐλᾶτε στήν Παναγία, ἄν ἀγαπᾶτε, ἐλᾶτε στήν Παναγία. Ἄχ, ἄν κάνουμε ἕνα καλό, λέμε κάναμε ἕναν καλόν. Μέ ποιά δύναμη κάναμε τό καλό; Μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ” ἔδωσε σέ ὁ Θεός εὐλογία καί ἔκανες τό καλό.

Πρῶτα τόν Θεόν νά τιμᾶτε, ὑστέρα τήν Παναγίαν, ὑστέρα τους Ἀγγέλους, ὑστέρα τους Ἀποστόλους, ὑστέρα τους Ἁγίους. Οἱ Ἀπόστολοι ὅλοι ἐσταυρώθηκαν ὅπως ὁ Χριστός. Οἱ Ἄγγελοι μιλᾶνε κάθε μέρα. Ὁ Θεός στέλνει τούς Ἀγγέλους, γιά νά δοῦν ἄν ὁ κόσμος μετανοεῖ. Οἱ Ἄγγελοι γέμισαν τό σύννεφο.

Μικροί μεγάλοι νά ἔρθουν στήν μετάνοια, νά μετανοοῦν. Νά γνωρίζουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐπάνω. Αὐτοί δέν τό γνωρίζουν, σάν τά ἄλογα ζῶα τρῶνε τήν Παρασκευή. Παρακαλῶ τόν Θεό νά μετανοοῦν, αὐτοί δέν μετανοοῦν. Σᾶς παρακαλῶ, ὁποῖος κάνει ὑπομονή, χαρά σ” αὐτόν. Ὅποιος κάνει ὑπομονή, σάν τόν ἥλιο θά λάμψει. Πολλή ὑπομονή νά κάνετε…

Τό στόμα τό χρυσό ἐμίλησε καί εἶπε: Οἱ πεθεράδες νά σκεπάζουν, οἱ γεροντάδες νά σκεπάζουν. Οἱ νέοι νά φυλάγουν τά λόγια τοῦ Θεοῦ” τριαντάφυλλα στό στόμα, χρυσό κρασάκι στό στόμα (=ἡ Θεία Κοινωνία), νά εἶναι πάντα μέ τόν Θεόν. Καί οἱ νέοι νά βάλουν στό νοῦ τούς τά παντάψηλα τοῦ Θεοῦ λόγια. Τά λόγια τοῦ Θεοῦ σάν τριαντάφυλλα νά εἶναι μέσα εἰς τήν καρδίαν… Σᾶς παρακαλῶ, ἀδέρφια, πολλά ὑπομονήν…

Τό χειρόγραφό του Ἰσαάκ…

Ο μοναδικός ἀπό τούς συγγενεῖς της μέ τόν ὁποῖο διατηροῦσε ἀγαθές σχέσεις ἡ Σοφία, ὁ Ἰσαάκ Σαουλίδης, κατά παράκλησή μας, κατέγραψε ὅσα στοιχεῖα θυμόταν ἀπό τήν ζωή τῆς θείας του.

Τά βιογραφικά αὐτά, ὅπως τά κατέγραψε στίς 15 Ἀπριλίου 1992, ὁ πρωτανηψιός της, ἔχουν συνοπτικά ὡς ἀκολούθως:

«Ἡ ζωή τῆς Σοφίας Χοτοκουρίδου, τό γένος Ἀμανατίου Σαουλίδου.

»Ἔγεννήθη το ἔτος 1883 εἰς τό χωρίον Σαρή-ποπά τῆς ἐπαρχίας Ἀρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας τοῦ Πόντου.

Ἀπό τό 1927 ζοῦσε ἡ Σοφία στό μοναστήρι στήν Κλεισούρα.

Στόν πόλεμο τό 1940 κρατοῦσε τό μοναστήρι μόνη της μέ 30 δωμάτια ἕως νά τελειώσει ὁ πόλεμος τό 1941.

Ἄρχισε ὁ ἀνταρτικός πόλεμος τό 1944. Στό χωριό τήν Κλεισούρα, στή θέση Νταούλι οἱ ἀντάρτες σκοτώνουν ἕναν Γερμανό ἀγγελιοφόρο πού ἐρχόταν μέ τό μηχανάκι ἀπό τό Ἀμύνταιο. Κόπτουν τά ὄργανά του καί τά βάζουν στό στόμα ὡσάν τσιγάρο!!!

Ἐκεῖ ἔφτασαν οἵ Γερμανοί ἀπό τό Ἀμύνταιο καί τήν Καστοριά. Βάζουν φωτιά στό χωριό καί καῖνε περί τά 350 ἄτομα.

Κατεβαίνουν στό μοναστήρι, ἐκεῖ ψάχνουν γιά τούς ἀντάρτες καί ἡ βενζίνη ἕτοιμη στά μπετόνια. Ἡ Σοφία ἀγρυπνεῖ μέ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στήν ἀγκαλιά.

Γονατίζει τούς φιλάει τά πόδια, σέρνεται στό χῶμα. » Μή, λέει, ἡ Παναγία θυμώνει καί κλαίει ἡ εἰκόνα μπροστά στό τάγμα».

Ὁ ἀξιωματικός τή διώχνει, αὐτή πίσω δέν κάνει καί λιγοθυμάει καταγῆς. Τότες ὁ ἀξιωματικός μετάνιωσε καί τήν ἄκουσε. Ἔψαξαν σέ ὅλους τους τόπους, ταβάνια, ὑπόγεια γιά ἀντάρτες.

Ἡ ζωή τῆς Σοφίας ἦταν ὅλον τόν καιρό μέ χόρτα καί σαρδέλλες, παστά. Κρεββάτι δέν γνώρισε, στό τζάκι δίπλα καί τό κορμί τῆς τό σκέπαζε μέ φύλλα. Ὅσοι τήν ἐπισκέπτονταν τούς ἕψηνε καφέ.

Ὅταν τελείωσε ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, πήγαμε τά ἀνήψια στό μοναστήρι, πήγαμε στό δωμάτιό της, τί νά δοῦμε, γεμάτο πελεκούδια. Ὑπῆρχε φόβος νά καεῖ τό μοναστήρι. Τήν ὥρα ποῦ ἔλειπε, τά πελεκούδια τά πετάξαμε, ἀπό κάτω εἶχε 7 δοχεῖα λάδι.

Ἐπειδή ἦταν μαζώματα ἡ Ἐπιτροπή τά ἔδωσε στίς φτωχές οἰκογένειες στήν Κλεισούρα.

1974 Μάιος. Κοιμήθηκε ἡ Σοφία (6 Μαΐου 1974). Ἡ Μητρόπολις Καστοριᾶς καί Κοζάνης καί ἐμεῖς τά ἀνήψια τό ἀνακοινώσαμε στό κοινό. Τήν Σοφία τήν ἑτοίμασαν 14 ἱερεῖς καί ἀρχιμανδρίτες, περιφέρειας Πτολεμαΐδος καί Ἀμυνταίου καί μία μοναχή ἀπό τά νησιά μας. Ἔγινε μέ πολύν κόσμο. Ἐκάναμε τήν κηδεία, τά 40, τό χρονικόν. Μετά 8 χρόνια τήν ξεθάψαμε.

Παραβρέθηκαν οἱ κάτοικοι τῆς Κλεισούρας. Στόν τάφο ἐπάνω εἶχαν ρίξει 25 πόντους τσιμέντο μέ πέλματα. Ὅταν ἔσπασε τό τσιμέντο βγῆκε ἕνα ἄρωμα, μᾶς εἶπαν οἱ γυναῖκες ἀπό τήν Κλεισούρα. Ἔγινε ὁλονυκτία μέ ἀρκετόν κόσμο, ἦταν καί ἀπό τήν Ἀναρράχη μερικοί.

Τά ὀστᾶ τῆς εἶναι σέ ἀσφαλές μέρος. Στά τελευταῖα της ἡ Σοφία παρέδωσε τό ἕνα κλειδί ποῦ εἶχε, τό ἄλλο τό εἶχε ὁ Σύλλογος Κλεισουριέων.

Ὅσα θυμήθηκα ἐγώ ὁ ἀνεψιός της Ἰσαάκ Κῶν/νου Σαουλίδης Ἀναρράχη Πτολεμαῖδος»

kivotoshelp.gr

Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: https://www.facebook.com/perivolipanagias.blogspot.gr